Οι Σκυλομάνες της Αθήνας

Υπάρχει μια μεγάλη ομάδα συμπολιτών μας στους αθηναϊκούς δρόμους, την οποία –χωρίς ίχνος κακίας– έχω βαφτίσει «Σκυλομάνες». Πρόκειται, κατά κανόνα, για γυναίκες μιας κάποιας ηλικίας, που ζουν συνήθως μόνες και οι οποίες, κυρίως στο μετασυγκλονιστικό ορόσημο της καραντίνας του 2020, αποφάσισαν να βάλουν στη ζωή τους έναν τετράποδο σύντροφο.

Χωρις να είμαι απόλυτος, έχω παρατηρήσει πως οι Σκυλομάνες χωρίζονται σε δύο βασικές, πλην αντίρροπες, κατηγορίες.

Κατηγορία 1: Η Ενοχική Υπηρέτρια του «Παιδιού». Εδώ τα πάντα ορίζει ο τετράποδος δικτάτορας. Το real estate του σπιτιού του ανήκει. Είναι ο σκύλος που, αν η «μαμά» τολμήσει να φύγει, θα εκδικηθεί κατουρώντας στο κέντρο του καναπέ. Αν ο μη γένοιτο, έρθει κάποιος επισκέπτης, το ζωντανό ξεκινάει ένα ασταμάτητο, υστερικό γάβγισμα, διεκδικώντας την αποκλειστικότητα. Φυσικά, δεν νοείται «γεύμα» που δε είναι κοινό: ο σκύλος θα ενοχλεί και θα απαιτεί τον μεζέ του από το πιάτο της ιδιοκτήτριας ή του καλεσμένου, μέχρι να επιβάλει το δικό του δίκαιο.

Κατηγορία 2: Η Μανιακή Νοικοκυρά με το Real-Life Λούτρινο. Στον αντίποδα, έχουμε τη γυναίκα που το σπίτι της είναι χειρουργείο. Η θέα και μόνο μιας τρίχας στο παρκέ προκαλεί προθάλαμο εγκεφαλικού. Αν ήταν τεχνικά εφικτό, θα είχε δώσει στο σκυλί πατάκια για μέσα στο σπίτι. Όταν λείπει, το ζωντανό είναι σε περιορισμό και παναγία. Όταν επιστρέφει, ακολουθεί η βόλτα που θυμίζει στρατιωτικό καψόνι: περπάτημα αυστηρά και μόνο σε άσφαλτο και τσιμέντο. Θεός φυλάξοι να πάει το σκυλί σε χώμα, γρασίδι ή λάσπες και λερωθεί! Για τρέξιμο, εκτόνωση ή παιχνίδι με άλλα σκυλιά, ούτε λόγος. Η βόλτα εξυπηρετεί απλώς τις βασικές βιολογικές ανάγκες, με το ρολόι στο χέρι.

Και οι δύο περιπτώσεις το έχουν σκυλομετανιωσει (με όλη τη σημασία της λέξης) αν και δεν τολμούν ακόμα και στον εαυτό τους να το παραδεχτούν. Υποφέρουν, ταλαιπωρούνται και βλέπουν την καθημερινότητά τους να έχει γίνει όμηρος. Παλαιότερα, σε άλλες εποχές (και σαφώς πιο σκληρές), ο κόσμος που μετάνιωνε για ένα ζώο, είχε την εύκολη, ανεύθυνη λύση: το «αμολούσε» σε μια ερημική περιοχή. Σήμερα, ευτυχώς, αυτό δεν γίνεται. Όχι μόνο λόγω της καθολικής κοινωνικής κατακραυγής και των αυστηρών νόμων, αλλά και γιατί –για να είμαστε δίκαιοι– αυτές τα αγαπούν.

Όμως, η σκληρή αλήθεια παραμένει: ο σκύλος μπήκε στο σπίτι και τους άλλαξε τη ζωή με τη μορφή μιας ισόβιας κάθειρξης. Μιλάμε για μια δέσμευση τουλάχιστον δέκα-δεκαπέντε χρόνων. Για όσο ζήσει το ζώο, οι εκδρομές, τα ταξίδια, η αυθόρμητη έξοδος και η ηρεμία πάνε περίπατο. Και το μόνο σίγουρο είναι πως, όταν κλείσει αυτός ο κύκλος, καμία τους δεν πρόκειται να ξαναπάρει σκύλο.

Το βαθύτερο πρόβλημα σε αυτή την αστική κωμικοτραγωδία είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις, η φύση του σκύλου καταστρέφεται, απλώς με διαφορετικό τρόπο. Ιστορικά, ο σκύλος επιζητά τη συνύπαρξη με τον άνθρωπο μέσα από μια ξεκάθαρη, φυσική δομή. Χρειάζεται κανόνες που να βγάζουν νόημα για εκείνον, περιορισμούς, καθοδήγηση και την αίσθηση ότι προσφέρει έργο. Έτσι είναι καλωδιωμένος από το ένστικτό του.

Στην πρώτη κατηγορία (την Ενοχική Υπηρέτρια), η Σκυλομάνα τον πέταξε μέσα σε ένα παντελώς άναρχο περιβάλλον, όπου το ζώο αναγκάστηκε να κάνει κουμάντο επειδή κανείς άλλος δεν το έκανε. Είναι ακριβώς το ίδιο σαν να βάζεις ένα παιδάκι τριών ετών να διευθύνει το σπίτι και να παίρνει αποφάσεις για τον προϋπολογισμό ή το μενού. Το αποτέλεσμα; Ένα ζώο μόνιμα νευρωτικό, ανασφαλές και μια ιδιοκτήτρια σε απόγνωση.

Στη δεύτερη κατηγορία (τη Μανιακή Νοικοκυρά), το περιβάλλον είναι μεν υπερπροστατευτικό και σπαρτιατικά αυστηρό, αλλά οι κανόνες του είναι παντελώς ακατανόητοι για τον σκύλο. Το ζώο δεν μπορεί να εκτονωθεί, δεν έρχεται σε επαφή με τη φύση (χώμα, μυρωδιές) και του ζητείται ουσιαστικά να συμπεριφέρεται σαν ακριβό, ακίνητο διακοσμητικό. Η αυστηρότητα εδώ δεν μεταφράζεται σε υγιή πειθαρχία, αλλά σε μια ιδιότυπη φυλάκιση. Αντί για έναν «αρχηγό αγέλης» που τον καθοδηγεί, ο σκύλος αντιμετωπίζει έναν δεσμοφύλακα με μια σφουγγαρίστρα στο χέρι.

Το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις παραμένει κοινό: εξουθενωμένοι ιδιοκτήτες και νευρωτικά, μπερδεμένα ζώα που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που δεν τους ταιριάζει.

Το μεγάλο λάθος ξεκινάει από τη στιγμή που προσπαθούμε να μετατρέψουμε τον σκύλο σε ένα μικρό, τριχωτό ανθρωπάκι. Για έναν σκύλο, ο ιδιοκτήτης του δεν είναι απλώς ένας συγκάτοικος· είναι ο κόσμος του όλος. Και για να νιώθει ασφαλής μέσα σε αυτόν τον κόσμο, δεν χρειάζεται ούτε υπηρέτες ούτε δεσμοφύλακες. Χρειάζεται έναν ισορροπημένο αρχηγό αγέλης.

Η λύση δεν είναι να μπει η ζωή του ανθρώπου σε ομηρία, αλλά να ενταχθεί ο σκύλος ομαλά μέσα στην ήδη υπάρχουσα καθημερινότητα. Όποιος αποφασίζει να κάνει αυτό το βήμα, οφείλει να είναι έτοιμος για τα «αρνητικά» του πακέτου: για την τρίχα που θα υπάρχει στο παρκέ (όσο και να σφουγγαρίζεις), για τη δέσμευση των επόμενων ετών, για τις βροχές και τις κρύες νύχτες.

Αν όμως του προσφέρεις τη συμπεριφορά και τα όρια που έχει ανάγκη η φύση του, η συμβίωση παύει να είναι ταλαιπωρία και γίνεται αυτό που έπρεπε να είναι εξαρχής: μια πηγή αμοιβαίας χαράς και αληθινής συντροφικότητας. Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο σκύλος θα είναι πάντα ευτυχισμένος όταν τον αντιμετωπίζεις γι’ αυτό που πραγματικά είναι. Σκύλος.

Υποβολή απάντησης